«Συμμετοχική Πράσινη Μετάβαση, με δικαιοσύνη και βιώσιμη ευημερία για όλους και όλες», είναι η πρόταση του κόμματος των Πράσινων για την επομένη μέρα της Δυτικής Μακεδονίας μετά τον λιγνίτη.
Σ΄ ανακοίνωση του τονίζει ότι , η σύνδεση του μεγάλου φυσικού πλούτου της περιοχής με ανάδειξη σε κέντρο 100% καθαρής ενέργειας, με έγκαιρη σταδιακή απεξάρτηση και από τη βιομηχανία της γούνας που δεν έχει μέλλον, μπορεί να οικοδομήσει ταυτότητα Πράσινης Μετάβασης με διεθνή δυναμική: πρόσθετη αξία σε ποιοτική και βιολογική αγροτική παραγωγή και μεταποίηση τοπικών προϊόντων, βάσεις για ήπιο ποιοτικό τουρισμό όλο τον χρόνο, πόλος έλξης για έρευνα και επενδύσεις σε πράσινες εφαρμογές. Όλα αυτά, με κύριο κορμό βιώσιμες τοπικές επιχειρήσεις, μικρές και μεσαίες, που θα στηρίζουν αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας.
Σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε , παρουσιάστηκαν τα βασικά σημεία της σχετικής Πρότασης Διαλόγου που υιοθετήθηκε στο τελευταίο συνέδριο των Πράσινων.
Ιδιαίτερα τονίστηκε η ανάγκη να ενδυναμωθεί η τοπική κοινωνία για να ξεπεράσει το τωρινό σοκ και να συνδιαφορφώσει η ίδια το μέλλον της: με ενημέρωση για επιτυχημένες μεταβάσεις άλλων ευρωπαϊκών περιφερειών, με προγράμματα συμμετοχικής τέχνης, με την ευρύτερη δυνατή εμπλοκή πολιτών και φορέων σε οργανωμένο διάλογο για όλα τα καθοριστικά θέματα.
Ολόκληρη η Πρόταση Διαλόγου ενσωματώνει πάνω από 50 επιμέρους συγκεκριμένες προτάσεις .
Παρασκευόπουλος
Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος, μέλος του Συμβουλίου των Πράσινων, αναφέρθηκε στον φυσικό πλούτο της περιοχής και τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα στην καθαρή ενέργεια. «Υπάρχει άλλος δρόμος για τη Δυτική Μακεδονία», τόνισε. «Τον έχουν δείξει παρεμβάσεις του ευρύτερου οικολογικού χώρου, όπως η πρόσφατη έκθεση του WWF για τηλεθέρμανση χωρίς αέριο, ορυκτά καύσιμα, οι προτάσεις του Green Tank για θερμική αποθήκευση καθαρής ενέργειας σε υπάρχουσες μονάδες της ΔΕΗ, η πρόταση της προηγούμενης δημοτικής αρχής της Κοζάνης για τη σιδηροδρομική σύνδεση με Βέροια, η διαχρονική δουλειά της Οικολογικής Κίνησης Κοζάνης.
Στο σχέδιο των Πράσινων προτείνουμε 7 συγκεκριμένα “βήματα”:
– Ανάδειξη σε κέντρο παραγωγής και αποθήκευσης 100% καθαρής ενέργειας, χωρίς αέριο και χωρίς καύση απορριμμάτων, με έμφαση και στην εξοικονόμηση ενέργειας.
– Οικοδόμηση ισχυρής ταυτότητας Πράσινης Μετάβασης.
– Εκτεταμένες δημόσιες επενδύσεις, άμεσα σε ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων, στη συνέχεια σε σύγχρονα τρένα.
– Διατήρηση σημαντικού ρόλου για τη ΔΕΗ με αποκατάσταση των ορυχείων, θερμική αποθήκευση σε υπάρχουσες μονάδες με διατήρηση εξοπλισμού και θέσεων εργασίας, έργα παροπλισμού σε όσες μονάδες κλείσουν, μερική μετοχοποίηση προς την τοπική κοινωνία του μεγάλου φωτοβολταϊκού στα ορυχεία.
– Επενδύσεις Κοινωνικής Οικονομίας με συνεργατική μεταποίηση τοπικών προϊόντων και με ενεργειακές κοινότητες, όπου η περιοχή μπορεί να πρωτοπορήσει πανελλαδικά.
– Μικρές και μεσαίες τοπικές επιχειρήσεις ως κορμός της Δίκαιης Μετάβασης, με τις μεγάλες επενδύσεις σε συμπληρωματικό μόνο ρόλο.
– Τα κονδύλια της Δίκαιης Μετάβασης είναι λίγα, υπάρχει όμως το Ταμείο Ανάκαμψης, το ευρωπαϊκό Green Deal, ο στόχος της Ε.Ε. για βιολογική γεωργία 25% το 2030. Από εθνικούς πόρους προτείνουμε το 20% των Δικαιωμάτων Εκπομπής (αντί του σημερινού 1%), καθώς και 30-40% των δαπανών που θα εξοικονομήσει η ΔΕΗ από το κλείσιμο των μονάδων».
Πετράκος
Από τη Φλώρινα, ο Μιχάλης Πετράκος αναφέρθηκε στα προβλήματα του κυβερνητικού Σχεδίου για την Δίκαιη Μετάβαση (ΣΔΑΜ) και το σχετικό Εδαφικό Σχέδιο της Δυτικής Μακεδονίας.
«Τα προβλήματα ξεκινούν από τον βασικό του χαρακτήρα, ως σχέδιο «από τα πάνω» που θα διοικηθεί από την πρωτεύουσα και δεν έχει επιδιώξει να γίνει κτήμα της περιοχής που αναφέρεται και να υιοθετηθεί από τους φορείς και την κοινωνία που αφορά η διαδικασία μετάβασης.
Πέρα από την διάρθρωσή του, αρκετά στοιχεία του ΣΔΑΜ και του Εδαφικού Σχεδίου έχουν προβλήματα: ενδεικτικά, στα ενεργειακά αγνοούνται σχεδόν οι ενεργειακές κοινότητες και η ιδέα της συμμετοχής της τοπικής κοινωνίας, στο Εδαφικό Σχέδιο έχει εξαφανιστεί ο τουρισμός που αποτελούσε έναν από τους πέντε πυλώνες της δίκαιης μετάβασης στο ΣΔΑΜ.
Ταυτόχρονα προωθούνται επενδύσεις σε φυσικό αέριο με ή χωρίς συνδυασμό με την προοπτική του υδρογόνου. Πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι στη Δυτική Μακεδονία, όπου δεν υπάρχουν σήμερα δίκτυα φυσικού αερίου, είναι χρήσιμο να δοκιμαστεί η προοπτική του 100% υδρογόνου, 100% από ΑΠΕ».
Ιωαννίδης
Ο Λευτέρης Ιωαννίδης, πρώην δήμαρχος Κοζάνης, επισήμανε ότι «η περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας βιώνει μιας ιστορική σημασίας μετάβαση του παραγωγικού και κοινωνική της μοντέλου μετά από 70 χρόνια μονοκαλλιέργειας του λιγνίτη.
Όπως έχει δείξει η εμπειρία από αντίστοιχα εγχειρήματα σε όλη την Ευρώπη, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την επιτυχία μιας πραγματικά δίκαιης μετάβασης είναι η συμμετοχή των τοπικών φορέων και της κοινωνία σε όλα τα στάδια του εγχειρήματος.
Δυστυχώς όμως στην περίπτωση της Δυτικής Μακεδονίας έχει επιλεγεί η από τα πάνω διαδικασία με περιορισμένη συμμετοχή των τοπικών φορέων στην διαμόρφωση της εναλλακτικής πρότασης για την περιφέρειά μας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αλλάξει άμεσα: μια μετάβαση αν δεν είναι συμμετοχική, δεν μπορεί να είναι δίκαιη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο χώρος της πολιτικής οικολογίας μπορεί, μέσα από μια ενιαία και τεκμηριωμένη προσέγγιση, να συμβάλει με προτάσεις και ιδέες, όπως πράττει διαχρονικά. Πιστεύουμε πως ήρθε η ώρα για ένα Πράσινο Κύμα και στη Δυτική Μακεδονία».
Τσικριτζής
Ο Λάζαρος Τσικριτζής, πρόεδρος της Οικολογικής Κίνησης Κοζάνης, τόνισε ότι «η μετάβαση της Δυτ. Μακεδονίας δεν συμβιβάζεται με τη “διασωλήνωση” των ορυκτών καυσίμων. Πρέπει να είναι πράσινη, για να είναι βιώσιμη. Το Πράσινο πολιτικό κίνημα κάνει άλματα σε όλον τον κόσμο. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα αυτόνομο και ώριμο Πράσινο κόμμα, απαλλαγμένο από τα λάθη του παρελθόντος. Πολύ περισσότερο το χρειάζεται η Περιφέρειά μας, που βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Θέλουμε τους Πράσινους δίπλα μας, για να λειτουργήσουν ως διαμεσολαβητές προκειμένου να επιτευχθεί ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ των κομμάτων για τη Δίκαιη Μετάβαση και να εργαστούν για την υποστήριξή της σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα, όμως, και για να εναντιωθούν στην άναρχη χωροθέτηση των ΑΠΕ, με την οποία διαφωνεί το τοπικό οικολογικό κίνημα και η Αυτοδιοίκηση».