Συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση της αύξησης του ενεργειακού κόστους των Δήμων, των Δ.Ε.Υ.Α. και του κινδύνου ενεργειακής φτώχειας, επεξεργάστηκε και κατέθεσε τόσο στην κυβέρνηση όσο και σ΄όλα τα θεσμικά όργανα της Αυτοδιοίκησης , η Περιφερειακή Ένωση Δήμων (ΠΕΔ) Κρήτης,
Συγκεκριμένα η σχετική επιστολή με τις προτάσεις εστάλη στις πολιτικές ηγεσίες των υπουργείων Περιβάλλοντος και Εσωτερικών , στην ΚΕΔΕ , σ΄όλες τις ΠΕΔ της χώρας και τους βουλευτές της Κρήτης .
Στην επιστολή την οποία υπογράφουν ομ πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της , Γιάννης Κουράκης και τα μέλη της Γ. Μαρινάκης Γ. Μαλανδράκης Μ. Κοκοσάλης και Ν. Κοκκίνης, τονίζουν ότι είναι «επιτακτική η ανάγκη να αποφασιστούν και να υλοποιηθούν πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος αυτού σε όλα τα επίπεδα».

Οι επιπτώσεις
Όπως επισημαίνουν « στο επίπεδο λειτουργίας και στο πλαίσιο αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ Α’ Βαθμού προκύπτουν δύο κατηγορίες προβλημάτων:
➢ Η πρώτη αφορά το αυξημένο κόστος ενέργειας που αναλαμβάνουν οι Δήμοι και ιδίως οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α). Η λειτουργία των Δ.Ε.Υ.Α. εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την χρήση ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία προσεγγίζει και ξεπερνά το 21% του συνολικού κόστους λειτουργίας τους.
Δυστυχώς, οι Δ.Ε.Υ.Α. από την ίδρυσή τους μέχρι και σήμερα αντιμετωπίζονται από τη ΔΕΗ ως κοινοί καταναλωτές και όχι ως δημοτικές επιχειρήσεις κοινωφελούς χαρακτήρα που λειτουργούν μάλιστα βιομηχανικού τύπου εγκαταστάσεις.
Εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, οι Δ.Ε.Υ.Α. δεν θα είναι σε θέση να απορροφήσουν την αύξηση του ενεργειακού τους κόστους παρά τις προσπάθειες να συμπιέσουν γενικότερα το λειτουργικό τους κόστος, και θα αναγκασθούν να μετακυλίσουν το κόστος αυτό στους καταναλωτές με ότι αυτό συνεπάγεται. Επιλογή που δεν επιθυμεί κανείς.
➢Η δεύτερη αφορά τις άμεσες επιπτώσεις στο εισόδημα των νοικοκυριών και ιδίως των πιο ευάλωτων εξ αυτών που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας.
Οι Δήμοι αποτελούν το καταλληλότερο επίπεδο της Διοίκησης για να αντιμετωπίσουν ζητήματα όπως αυτό της ενεργειακής φτώχειας καθώς βρίσκονται πιο κοντά στον πολίτη και έχουν καλύτερη γνώση των κάθε φορά ειδικών συνθηκών και αναγκών».

Οι προτάσεις
Ως εκ τούτου , υπογραμμίζουν « πρέπει να υιοθετηθούν μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων.
1. Καταρχήν, ως άμεσα μέτρα, προτείνουμε οι Δ.Ε.Υ.Α. και οι Δήμοι να υπαχθούν σε τιμολόγια ρεύματος χωρίς ρήτρα αναπροσαρμογής. Τόσο οι Δήμοι, όσο και οι Δ.Ε.Υ.Α. προγραμματίζουν επενδύσεις εγκατάστασης ΑΠΕ προκειμένου να μειώσουν το ενεργειακό τους κόστος, αλλά οι επενδύσεις αυτές απαιτούν χρόνο και δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα άμεσα. Επιπλέον, μικρή μείωση στους λογαριασμούς ρεύματος θα μπορούσε να επιτευχθεί με την συμπερίληψη των Δήμων και των Δ.Ε.Υ.Α. στους δικαιούχους μειωμένου ΕΤΜΕΑΡ, όπως επανειλημμένα έχει ζητηθεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
2. Επίσης, οι Δήμοι και οι Δ.Ε.Υ.Α. δεν θα είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν στην αύξηση του ενεργειακού τους κόστους παρά τις προσπάθειες να συμπιέσουν γενικότερα το λειτουργικό τους κόστος, και θα αναγκασθούν να αναπροσαρμόσουν την τιμή του νερού μετακυλίοντας το κόστος στους καταναλωτές, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν το επιθυμούν. Η εξέλιξη που θα έχει δραματικές συνέπειες στους πολίτες των Δήμων που εξυπηρετούν. Η ΠΕΔ Κρήτης στηρίζει το αίτημα της Ε.Δ.Ε.Υ.Α., η οποία ζήτησε από το Υπουργείο Οικονομικών από την έναρξη ακόμα της πανδημίας την μείωση του ΦΠΑ στο νερό από 13% στο 6% ώστε να ελαφρυνθούν οι πολίτες.
3. Επιπρόσθετα, η ΠΕΔ Κρήτης, η ΕΔΕΥΑ, καθώς και η ΚΕΔΕ επανειλημμένως έχουν ζητήσει από όλες τις κυβερνήσεις μετά το 2010 να υπάρξει πρωτοβουλία για τους Δήμους και τις ΔΕΥΑ, ώστε η τιμή του ρεύματος για καταναλώσεις άρδευσης να είναι αντίστοιχες στα τιμολόγια των ΤΟΕΒ. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό 3 ανάχωμα στον περιορισμό των ανατιμήσεων των λογαριασμών των καταναλωτών λόγω των σημαντικών αυξήσεων που παρατηρούνται και παράλληλα να κάνει ανταγωνιστικότερο τον πρωτογενή τομέα όσον αφορά τις εξαγωγές των προϊόντων.
4. Τέλος, είναι γνωστό ότι με τη σύσταση και λειτουργία των Ενεργειακών Κοινοτήτων, όπως αυτές θεσπίζονται μέσω του Νόμου 4513/2018, δίνεται η δυνατότητα σε ΟΤΑ, πολίτες, κοινωνικούς φορείς και μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να συμμετάσχουν σε ενεργειακά εγχειρήματα ως παραγωγοί και ταυτόχρονα καταναλωτές ενέργειας.
Μέσω της ίδρυσης της ενεργειακής κοινότητας τα οφέλη για τους Ο.Τ.Α. και τους δημότες μπορεί να είναι πολλαπλά τόσο σε ότι αφορά το περιβάλλον αλλά και όσο αφορά τα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα του, και κυρίως στην καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας.
Επομένως πρέπει να επιταχυνθεί η ίδρυση και λειτουργία ενεργειακών κοινοτήτων. Απαιτείται προς την κατεύθυνση αυτή να υπάρξουν θεσμικές αλλαγές που θα διευκολύνουν και θα επιταχύνουν την αδειοδότηση και σύνδεση με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας των ενεργειακών κοινοτήτων και με σκοπό την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.
Επιπλέον πρέπει να προβλεφθούν και να υλοποιηθούν άμεσα κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία κάνοντας χρήση των πόρων του ΕΣΠΑ 2021-2027 και του Ταμείου Ανάκαμψης προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση τέτοιων εγχειρημάτων με ευνοϊκούς όρους» , αναφέρουν.