Η πρόσφατη πυρκαγιά στη Γεράνεια αποτελεί κρίσιμη προειδοποίηση για την κλιμάκωση των κινδύνων στα ελληνικά δάση, τονίζει σ΄ανακοίνωση της , η Θεματική Ομάδα Περιβάλλοντος των ΠΡΑΣΙΝΩΝ.
« Σε μια μόνο πυρκαγιά, πριν καν την έναρξη της επίσημης αντιπυρικής περιόδου, κάηκαν 70.000 στρέμματα: σχεδόν 1/3 όσων είχαν καεί πανελλαδικά όλο το 2020. Σε ένα μόνο 24ωρο, 24 προς 25 Μαΐου, είχαμε 45 δασικές πυρκαγιές» υπογραμμίζει και προσθέτει:
« Τα τελευταία χρόνια τα δάση έχουν εγκαταλειφθεί από όλες τις κυβερνήσεις, που προσπαθούν να μειώσουν τις δαπάνες προστασίας τους και έχουν αφήσει αυτόν τον πολύτιμο πόρο στο έλεος της τύχης, αλλά και της κλιματικής αλλαγής. Οι κυβερνήσεις επενδύουν κυρίως σε μέσα για την κατάσβεση πυρκαγιών και όχι σε πολιτικές πρόληψης με οικολογική διαχείριση του δάσους, που θα δημιουργούσε και θέσεις εργασίας και προστιθέμενη αξία σε μια βιώσιμη, ζωντανή, πράσινη οικονομία.
Οι ευθύνες για τα Γεράνεια είναι μεγάλες. Με σωστό σχεδιασμό θα έπρεπε οι υπηρεσίες να έχουν κινητοποιηθεί τουλάχιστον από τις αρχές Μαΐου, με βάση τα ανησυχητικά μηνύματα: υψηλές θερμοκρασίες, πρώιμη ξηρασία σε πολλές περιοχές πολύ νωρίς, συσσώρευση οργανικού υλικού μέσα στα δάση. Ελλείψεις σε προσωπικό και μέσα, αλλά και απουσία σχεδίων πρόληψης ακόμα και για περιοχές στην λίστα υψηλής επικινδυνότητας, όπως τα Γεράνεια, συμπληρώνουν την εικόνα των ευθυνών.
Οι Πράσινοι θεωρούμε τη διαχείριση και προστασία των δασών κεντρικό πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, που δεν αφορά μόνο το περιβάλλον αλλά και την κοινωνική και οικονομική ευημερία. Η οικολογική διαχείριση του δάσους, με συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, γίνονταν παλιότερα με τους ρητινοσυλλέκτες και τη νομαδική κτηνοτροφία, την προετοιμασία για πρόληψη πυρκαγιών αλλά και την έγκαιρη επιτόπια αντιμετώπισή τους. Σήμερα απαιτείται ανάλογη προσέγγιση και σχεδιασμός, με σύγχρονους όρους».
Για τα Γεράνεια και τις άλλες καμένες περιοχές, οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ προτείνουν:
• « Άμεση κήρυξη τους ως αναδασωτέων με βάση την δασική και εθνική νομοθεσία, και διαχείριση της φυσικής αναγέννησης που μάλλον μπορεί να υπάρξει στο μεγαλύτερο τμήμα της καμένης περιοχής.
• Ενίσχυση των τοπικών δασικών υπηρεσιών, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν άμεσα στις ανάγκες φύλαξης και προστασίας για τη φυσική αναγέννηση.
• Μελέτη και άμεση υλοποίηση αντιπλημμυρικών – αντιδιαβρωτικών έργων με φυσικές παρεμβάσεις, καθώς μετά τις μεγάλες πυρκαγιές έρχονται συνήθως πλημμύρες που συμπληρώνουν την καταστροφή.
• Παρακολούθηση της πορείας φυσικής αναγέννησης και όπου αυτό είναι αδύνατον, συμπλήρωση με τεχνητή αναδάσωση με κατάλληλα είδη.
• Συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες ώστε να αναλάβουν ενεργό ρόλο στη φύλαξη, προστασία και περιφρούρηση της φυσικής αναγέννησης και της αποτροπής οποιασδήποτε προσπάθειας καταπάτησης ή καταστροφής των προς φυσική αναγέννηση περιοχών, αλλά όσων χρειαστεί ίσως να αναδασωθούν.
Παράλληλα επισημαίνουν την ανάγκη για γενικότερες αλλαγές στρατηγικής, καθώς από τα τέλη της δεκαετίας του 90 ακολουθείται λανθασμένη στρατηγική: οι δασικές πυρκαγιές είναι ριζικά διαφορετικές από τις αστικές και η προσπάθεια δεν πρέπει να επικεντρώνεται ΜΟΝΟ στο να μη φτάσει η φωτιά σε κτίρια και οικισμούς.
Τα δάση πλήττονται ήδη από την κλιματική κρίση. Χρειάζεται ολοκληρωμένο σχέδιο πρόληψης και αντιμετώπισης πυρκαγιών την εποχή της έκτακτης κατάστασης, που θα ζούμε όλο και πιο έντονα. Το business as usual είναι επικίνδυνο τόσο για τα δάση, όσο και για τις ανθρώπινες κοινωνίες.
Ιδιαίτερη έμφαση χρειάζεται να δοθεί στην Εθνική Στρατηγική για τα Δάση και στους ευρωπαϊκούς στόχους για την προστασία της βιοποικιλότητας».