Η σχεδιαστική πρόταση για την ανάπλαση της πλατείας Κολωνακίου και τη σύνδεσή της με την ευρύτερη περιοχή της, εστιάζεται στην απόδοση ενός χωρικού συνόλου με έντονα τα χαρακτηριστικά εικαστικής σύνθεσης και conceptual γλυπτικών στοιχείων με διάχυτη την υλικότητά τους, δημιουργώντας έναν χώρο που συνδυάζει τον χαρακτήρα ενός αστικού κήπου με τον χαρακτήρα της πλατείας ως τόπου κοινωνικής επαφής και φιλικής αστικής καθημερινότητας.

Συντάκτης κείμενου: Γεώργιος Δημόπουλος
Αναδημοσίευση από Archetype.gr

Η λειτουργία του νέου σταθμού ΜΕΤΡΟ εισάγει μια νέα κρίσιμη παράμετρο στον σχεδιασμό, καθώς η παρουσία του εγκυμονεί τον κίνδυνο να μετατραπεί η πλατεία σε ένα θορυβώδες σταυροδρόμι κίνησης πεζών, αίροντας έτσι βασικά διαχρονικά και κρίσιμα χαρακτηριστικά που βρίσκονται στον πυρήνα της έννοιας της πλατείας.

Τρεις είναι οι βασικές έννοιες που καθόρισαν την πρόταση: α) Οικειοποίηση του εδάφους, β) Πλαστική του φωτός και της σκιάς, γ) Φυσική και αστική συνέχεια.

Α. Οικειοποίηση του εδάφους

Το συνεκτικό συντακτικό που εφαρμόζεται στη διαμόρφωση του εδάφους της πλατείας, έχει ως δομική μονάδα ένα επαναλαμβανόμενο ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο-μπλοκ. Το δομικό αυτό στοιχείο, που τοποθετείται σε σειρές και σε σταθερή απόσταση το ένα από το άλλο, ώστε να δημιουργούνται διάκενα, και με την κάθε σειρά μετατοπισμένη σε σχέση με την άλλη, δημιουργεί ένα pattern που οργανώνει και ενοποιεί αισθητικά όλη την έκταση της πλατείας.

Η σύνθεση των δομικών μονάδων αυτού του pattern μπορεί να δώσει όχι μόνο δισδιάστατες εδαφικές επιφάνειες, αλλά και τρισδιάστατες δομές, ώστε η σύνθεση όχι μόνο να προσαρμόζεται στο κεκλιμένο ανάγλυφο της περιοχής, αλλά και να το αναπαράγει σε νέες μορφές (Εικ_5). Το pattern δηλαδή δημιουργεί μια προσαρμοστική δομή, που προσομοιάζει με το γνωστό παιχνίδι «Pin art».

Σε μια θεωρητική προσέγγιση, η καθολική και γενική φύση αυτού του δομικού στοιχείου-μπλοκ, που συλλαμβάνεται αφαιρετικά όπως η έννοια του pixel στον ψηφιακό κόσμο, παράγει χωρικές συντάξεις ανοιχτού τύπου (open-ended syntax), καθώς το ανάγλυφο του εδάφους μπορεί να μεταβάλλεται ατέρμονα απλά με την καθ’ ύψος μεταβολή των δομικών στοιχείων-μπλοκ, δημιουργώντας μια ενιαία χωρική δομή πολλαπλών μορφών και λειτουργιών. Εφαρμόζεται, με άλλα λόγια, μια λογική που προϋπάρχει του σχεδιασμού, γιατί αυτές οι δομικές μονάδες δεν αφορούν μια προκαθορισμένη λειτουργία ή μορφή, η οποία σε τελική ανάλυση θα μπορούσε να μην έχει σημασία μέσα σε μια χωρική σύνταξη ανοιχτού τύπου.

Η πρόταση πραγματεύεται την εφαρμογή του παραπάνω συνεκτικού και προσαρμοστικού συντακτικού στο σύνολο της υπό μελέτη περιοχής, δημιουργώντας έναν τόπο που χαρακτηρίζεται από ενότητα και συνέχεια και ανταποκρίνεται στο αίτημα για την απόδοση στον άνθρωπο ενός ευδόκιμου για τον χρήστη δημόσιου χώρου.

Β. Πλαστική του φωτός και της σκιάς

«Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο».

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη

Η πρόταση, εφαρμοσμένη σε έναν τόπο λουσμένο από φως, επιδιώκει να παραγάγει ανάγλυφες δομές με εσοχές και προεξοχές, που «παίζουν» με το φως και τη σκιά δίνοντας ρυθμό, καθαρότητα και πλαστικότητα στον χώρο (Εικ_6). Το φως δηλαδή, σε συνδυασμό με τη γεωμετρική διάταξη της προτεινόμενης δομής, γίνεται στοιχείο της αρχιτεκτονικής ταυτότητας.
Γ. Φυσική και αστική συνέχεια

Το αστικό έδαφος λαμβάνεται ως μια πορώδης δομή, η οποία ευνοεί τη διείσδυση των φυσικών στοιχείων στο αστικό περιβάλλον και την παραγωγή ενός αστικού χώρου με σαφή την οικολογική του διάσταση (Εικ_8, 9). Η φυσική «εισβολή», η αλληλοδιείσδυση και μίξη αστικών και φυσικών στοιχείων, καθιστούν ρευστά και δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στο αστικό-ανθρωπογενές περιβάλλον και στο φυσικό. Παράγονται έτσι διαμορφώσεις με τοπιοτεχνική πρόθεση, συσχετισμένη με τον χαρακτήρα του συγκεκριμένου τόπου της αρχιτεκτονικής παρέμβασης.

Ο συνολικός σχεδιασμός της πλατείας Κολωνακίου, θεωρημένης στα διευρυμένα όριά της, αναδεικνύει τη θέση της πλατείας ως συνδετήριου κρίκου ανάμεσα σε δύο από τους σημαντικότερους και εμβληματικούς χώρους της Αθήνας: τον Εθνικό Κήπο και τον λόφο του Λυκαβηττού. Ο σχεδιασμός δηλαδή συμβάλλει στην ενοποίηση των χώρων και στη διαμόρφωση δικτύου πράσινων διαδρομών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που εγείρει η σύγχρονη περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση των πολιτών.

Προηγούμενο άρθροΑποκλεισμένη η Ηλεία και όλη η Δυτ. Ελλάδα από τον αναπτυξιακό νόμο
Επόμενο άρθροΟ Γραφάκος υπέγραψε το μεγαλύτερο έργο των τελευταίων δεκαετιών στο Δήμο Σιντικής