Η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Πάτρας θα δημιουργήσει ένα Αρχαιολογικό Πολιτιστικό Πάρκο , πέριξ του Νέου Αρχαιολογικού Μουσείου. Πρόκειται για ένα μοντέρνο οικοδόμημα συνολικού εμβαδού 8.000 τ.μ. , το οποίο κατέχει μια δεσπόζουσα θέση σε έναν ευρύτερο χώρο που γειτνιάζει με τον αρχαιολογικό χώρο της Ρωμαϊκής Γέφυρας του Μειλίχου και το οποίο σηματοδοτεί και την είσοδο της πόλης καθώς βρίσκεται πάνω στον άξονα της Εθνικής Οδού Αθηνών – Πατρών στην περιοχή της Ανθούπολης.
Για τον χώρο αυτό το ισχύον ΓΠΣ Πάτρας (ΦΕΚ 358/ΑΑΠ/2011) προβλέπει την «Ενοποίηση του περιβάλλοντος χώρου Ρωμαϊκής Γέφυρας και Νέου Μουσείου, στο πλαίσιο σειράς δράσεων ανάδειξης αρχαιολογικών χώρων και περιηγήσεων». Στο Μουσείο φιλοξενούνται τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα της αρχαίας Πάτρας και μεταξύ αυτών περίφημα ψηφιδωτά.
Ο παραπάνω χώρος ενσωματώνει δύο επιπλέον εδαφικές εκτάσεις (η δεύτερη είναι διεκδικούμενη), αποτελώντας ένα ενιαίο πάρκο συνολικής έκτασης εξήντα (60) στρεμμάτων. Παράλληλα ο υπόψη χώρος βρίσκεται ακριβώς στον άξονα που διασυνδέει την πόλη με τον Αρχαιολογικό Χώρο της Βούντενης.
Ο μυκηναϊκός οικισμός της Βούντενης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εγκαταστάσεις της λεγόμενης περιφέρειας του Μυκηναϊκού κόσμου. Όπως αποδείχτηκε από τις ανασκαφικές έρευνες που έγιναν τόσο στον οικισμό όσο και στο νεκροταφείο, η ζωή του οικισμού διήρκεσε σχεδόν πεντακόσια χρόνια (1500-1000 π.Χ.). Η Βούντενη και ειδικότερα το πλάτωμα Μπόρτζι είχε όλες τις προϋποθέσεις που ήταν αναγκαίες όχι μόνο για την ίδρυση, αλλά και για την επιβίωση – για μεγάλο χρονικό διάστημα – μιας μυκηναϊκής εγκατάστασης.
Νοτιοανατολικά του οικισμού, στο χώρο εκείνο που σήμερα είναι γνωστός με τα τοπωνύμια Αγραπιδιά και Αμυγδαλιά, βρίσκεται το νεκροταφείο του μυκηναϊκού οικισμού που καταλαμβάνει έκταση περίπου 30 στρεμμάτων και είναι οργανωμένο σε επάλληλα άνδηρα ύψους 2-4μ, τα δε όριά του συμπίπτουν με εκείνα του μαλακού μαργαρικού πετρώματος που ήταν απαραίτητο για τη διάνοιξη των θαλαμωτών τάφων.
Στο νεκροταφείο της Βούντενης συναντά κανείς ενδιαφέρουσα ποικιλία σχημάτων θαλαμωτών τάφων, τα οποία δεν απηχούν μόνο την καλλιτεχνική αρχιτεκτονική φαντασία των μαστόρων της εποχής, αλλά και τις ιδιαίτερες προτιμήσεις αυτών που χρησιμοποιούσαν τους τάφους για την ταφή των νεκρών τους. Υπάρχουν θάλαμοι διαφόρων – κατά την κάτοψη και θόλωσή τους – διαστάσεων και σχημάτων, όπως κυκλικοί, τετράγωνοι, πεταλόσχημοι, τετράπλευροι με θόλο καθώς και τάφοι με ακανόνιστη κάτοψη. Οι μεγαλύτεροι από όλους τους τάφους είναι οι υπ. αριθμ. 4 και 75, οι οποίοι, με βάση τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειές τους και τις μεγάλες διαστάσεις τους, πρέπει να άνηκαν σε αξιωματούχους της μυκηναϊκής εγκατάστασης της Βούντενης. Οι περισσότερες από τις ταφές ήταν κτερισμένες και οι νεκροί συνοδεύονταν από προσφιλή αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως αγγεία διαφόρων τύπων, κοσμήματα, εργαλεία, όπλα και άλλα σκεύη, που ήταν χρήσιμα στη ζωή τους και θεωρούσαν ότι ήταν αναγκαία στο μεταθανάτιο ταξίδι τους.
Η μελέτη των αντικειμένων αυτών αποκάλυψε στοιχεία που υποδηλώνουν των πλούτο και την ευημερία των κατοίκων της μυκηναϊκής εγκατάστασης, τις εμπορικές και πολιτιστικές επαφές με άλλες περιοχές κοντινές, ή πιο μακρινές, όπως είναι η Μεσσηνία, η Λακωνία, η Αργολιδοκορινθία, η Κρήτη, η Ιταλία, η Συροπαλαιστίνη-Ανατολία και άλλες, και που αναδεικνύουν τον οικισμό της Βούντενης ως ένα σημαντικό και σπουδαίο μυκηναϊκό κέντρο της Αχαΐας.
Επομένως η αυτοτελής ανάπτυξη ενός Αρχαιολογικού Πολιτιστικού Πάρκου με κεντρικό και δεσπόζων στοιχείο το Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο όπου μαζί με την Ρωμαϊκή Γέφυρα του Μειλίχου αποτελούν έναν πολιτιστικό πυρήνα, ο οποίος πρέπει να ενοποιηθεί μέσω πράσινων διαδρομών με τον Μυκηναϊκό κόσμο της Βούντενης.





